Εμείς, εδώ

στη Μεγάλη Μοναξιά

συζητούμε για σένα

κατεβήκαμε απ’το όνειρο

μ’ένα κομμάτι ουρανό

και γίναμε μια δρασκελιά φωτός

στο μαύρο χώμα


Σφυροκοπάει το μάταιο

τη ζωή στις φλέβες μας

αγγίζουμε τα νιάτα στη σάρκα

και γίνεται χρόνος

και χάνεται


λαμποκοπάει το μέταλλο του πόνου

παίρνει κεφάλια κάθε μέρα

κάθε λεπτό

ο Λήσταρχος που φλέγεται από πόθο

για το χαμόγελό μας


φωτιά και ύαινες

και άρπαγες και οιμωγές

και στερεώματα οργωμένα από βλέμματα

και προσευχές ιερές

κατάρες, φονικά

και αγκαλιές σαν ξέφωτα ήλιου

πλούσιο το τραπέζι μας…


Εμείς, εδώ

στη Δριμιά Ανάγκη

κάθε πρωινό συνωμοτούμε

κι εργαζόμαστε

το θάνατό σου

και κάθε βράδυ

σε γιορτάζουμε

κάνουμε έρωτα τον Έρωτα

και απλωνόμαστε

και το Όνειρο εκείνο

όνειρο κάνουμε

και μέσα του ξεχνιόμαστε…